Connect with us

ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ

Απολιγνιτοποίηση ώρα μηδέν

Η Ελλάδα προχωρά σταδιακά στην απολιγνιτοποίηση, μειώνοντας τη χρήση λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή και επενδύοντας σε ανανεώσιμες πηγές και νέες ενεργειακές υποδομές, με στόχο την πλήρη κατάργηση του λιγνίτη έως το 2028. Παρά τις πολιτικές δεσμεύσεις, καθυστερήσεις, αντιφάσεις και περιορισμένη αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων καθυστερούν την ενεργειακή μετάβαση, ενώ διεθνείς επενδυτές όπως η BlackRock ενισχύουν την απολιγνιτοποίηση μέσω «πράσινων» επενδύσεων.

Published

on

Read Time:13 Minute, 28 Second

Δελτίο Τύπου: 1057                           –                                Αθήνα, 08/01/2026

Η απολιγνιτοποίηση αποτελεί ένα αυτοσκοπό της οποιασδήποτε κυβέρνησης στην Ελλάδα, επειδή το πρόβλημα που δημιουργείτε από την ρύπανση εξαιτίας του λιγνίτη εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει επιφέρει πολλούς θανάτους, πολλούς καρκίνους, πολλά προβλήματα, πολλές κατολισθήσεις, πολλά χωριά που έχουν πέσει, πάρα πολλά και άλλα πολλά. Αλλά τελικά το αποτέλεσμα είναι ότι ευτυχώς, μέχρι το 2026 στο τέλος, ελπίζουμε να έχει καταργηθεί τελείως ο λιγνίτης που έχει φτάσει σε ένα ποσοστό 4% με τα στοιχεία της ΔΕΗ τα οποία ανακοινώνονται.

Ευελπιστούμε να γίνει έτσι όπως, τα λέει η ΔΕΗ και ελπίζουμε να έχουμε νέα δεδομένα για την ποιότητα ζωής των Ελλήνων, επειδή ο λιγνίτης είναι καρκινογόνος στα αποτελέσματα του και δεν πρέπει να οδηγούμαστε με αυτήν την ιστορία σε αυτά τα αποτελέσματα. Ελπίζουμε να είναι, έτσι όπως τα λέει η ΔΕΗ και το 2027 να μας βρει με μια πλήρη απολιγνιτοποίηση.

Απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα: Προβλήματα και καθυστερήσεις

Η απολιγνιτοποίηση σημαίνει τη σταδιακή διακοπή της χρήσης λιγνίτη για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ελλάδα, τα λιγνιτικά εργοστάσια της ΔΕΗ βρίσκονται κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και, σε μικρότερο βαθμό, στη Μεγαλόπολη. Η χώρα προχωρά σταδιακά προς τον στόχο της πλήρους απολιγνιτοποίησης έως το 2028, με σημαντικά βήματα στην αναβάθμιση των υποδομών και την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας, διασφαλίζοντας παράλληλα την ενεργειακή σταθερότητα και την απασχόληση στις περιοχές που επηρεάζονται.

Οι κύριοι λόγοι για την απολιγνιτοποίηση παραμένουν σαφείς:

  1. Περιβάλλον και υγεία: Ο λιγνίτης προκαλεί ατμοσφαιρική ρύπανση και σοβαρά προβλήματα υγείας στους κατοίκους και εργαζόμενους στις λιγνιτικές περιοχές.
  2. Κόστος και οικονομία: Η χαμηλή ενεργειακή απόδοση του λιγνίτη και η αύξηση κόστους λόγω δικαιωμάτων εκπομπών CO2 καθιστούν την καύση του οικονομικά ασύμφορη.
  3. Τοπική ανάπτυξη: Οι περιοχές που εξαρτώνται αποκλειστικά από τον λιγνίτη χρειάζονται οικονομική διαφοροποίηση και νέες ευκαιρίες για τους κατοίκους τους.

Ωστόσο, η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια, όπως καθυστερήσεις στις επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και στην αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.

Σύμφωνα με την ΕΕ, η «Πράσινη Συμφωνία» και το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης θα μπορούσαν να στηρίξουν τον μετασχηματισμό των λιγνιτικών περιοχών, αλλά στην πράξη η εφαρμογή τους στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη. Οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης εξακολουθούν να εξαρτώνται από τη λιγνιτική δραστηριότητα, χωρίς να έχουν αναπτυχθεί εναλλακτικές οικονομικές ευκαιρίες σε επαρκή βαθμό.

Με λίγα λόγια, ενώ οι πολιτικές και οι στόχοι για απολιγνιτοποίηση είναι σαφείς στα έγγραφα, η πραγματική εφαρμογή τους έχει μείνει πίσω, και η χώρα κινδυνεύει να καθυστερήσει σημαντικά στην ενεργειακή μετάβαση προς πιο καθαρές πηγές. Η απολιγνιτοποίηση φαίνεται προς το παρόν να βρίσκεται σε αναστολή, και η Ελλάδα χρειάζεται επείγουσα δράση για να μην χάσει το τρένο της πράσινης ανάπτυξης.

Πως προχωρά η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα

Η απολιγνιτοποίηση αφορά τη σταδιακή διακοπή της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη και τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας. Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), η πλήρης απολιγνιτοποίηση προβλέπεται έως το 2028, ενώ η ΔΕΗ έχει θέσει ως στόχο την παύση λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων έως το 2026, με σταδιακή διακοπή της εξόρυξης λιγνίτη.

Κεντρικός άξονας του ΕΣΕΚ είναι η Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών της Δυτικής Μακεδονίας και της Πελοποννήσου. Η ΔΕΗ συμμετέχει στον σχεδιασμό και την υλοποίηση του Σχεδίου Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης μέσω της συμμετοχής της στη σχετική Συντονιστική Επιτροπή.

Για την υλοποίηση της απολιγνιτοποίησης, η ΔΕΗ αναφέρει επενδύσεις άνω των 5 δισ. ευρώ, οι οποίες περιλαμβάνουν έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αποθήκευσης και νέες ενεργειακές υποδομές.

 

 Τι έχει κάνει η ΔΕΗ στην πράξη μέχρι σήμερα

  • Σταδιακή διακοπή λειτουργίας λιγνιτικών μονάδων
  • Στόχος: διακοπή όλων των λιγνιτικών μονάδων έως το 2026.
  • Παράλληλα διακόπτεται σταδιακά η εξόρυξη λιγνίτη.
  • Ανάπτυξη έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
  • Φωτοβολταϊκοί σταθμοί συνολικής ισχύος 2.700 MW σε 65.000 στρέμματα γης.
  • Σχεδιασμός μετατροπής της μονάδας Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου (CCGT).
  • Κατασκευή μονάδας θερμικής επεξεργασίας απορριμμάτων (Waste-to-Energy, W2E).
  • Δημιουργία συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με αντλησιοταμίευση σε παλιά ορυχεία.
  • Αποκατάσταση γης και μεταλιγνιτική αξιοποίηση
  • Μέχρι το τέλος του 2024, αποκαταστάθηκαν περίπου 79.000 στρέμματα:
    • 32.000 στρ. δενδροφυτεμένα
    • 7.000 στρ. αγροτικές εκτάσεις
    • 10.000 στρ. έτοιμα για νέες χρήσεις γης
  • Ανάπτυξη λιμναίων οικοσυστημάτων 2.500 στρ., με μελλοντικές 4 νέες λίμνες (Μαυροπηγή, Καρδιά, Νότιο Πεδίο, Χωρέμι) συνολικής έκτασης περίπου 17.000 στρ.
  • Στις αποκατεστημένες περιοχές αναπτύχθηκαν:
    • Γεωργικές καλλιέργειες 105 στρ. με αρωματικά φυτά και 30 στρ. με δημητριακά
    • Πρότυπος οπωρώνας 60 στρ. με 9 είδη και 44 ποικιλίες οπωροφόρων, 8 ποικιλίες αμπέλου
    • Μελισσοκομικές δραστηριότητες
    • Υποδομές αναψυχής: 2 πίστες μηχανοκίνητου αθλητισμού, 1 πρότυπο πάρκο (Πτολεμαΐδα)
  • Μεταβίβαση γης στο Δημόσιο
  • Μέχρι το τέλος του 2024 μεταβιβάστηκαν περίπου 54.800 στρέμματα:
    • 37.500 στρ. αποκατεστημένες εκτάσεις
    • 17.300 στρ. αδιατάρακτες εκτάσεις
  • Απομένουν περίπου 42.000 στρέμματα προς μεταβίβαση έως το τέλος του 2026.
  • Χωρικός σχεδιασμός
  • Ολοκληρώθηκαν οι μελέτες και οι φάκελοι των Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων για τις Ζώνες Απολιγνιτοποίησης Πτολεμαΐδας, Αμυνταίου-Κλειδιού-Αχλάδας και Μεγαλόπολης, με θετική γνωμοδότηση από το Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων.

Παρά την έναρξη του σχεδίου απολιγνιτοποίησης στην Ελλάδα και την στροφή προς καθαρότερες μορφές ενέργειας, ορισμένες λιγνιτικές μονάδες συνεχίζουν να λειτουργούν και σήμερα. Συγκεκριμένα, οι λιγνιτικές μονάδες του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου καίνε λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, με κύριο στόχο την παροχή τηλεθέρμανσης στην περιοχή της Κοζάνης κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2025–2026. Η λειτουργία τους χρηματοδοτείται μέσω του Ταμείου Μετάβασης Ενέργειας, ώστε να διατηρηθούν σταθερά τα κόστη για τους καταναλωτές.

Όλες οι υπόλοιπες μεγάλες μονάδες λιγνίτη, όπως η Πτολεμαΐδα 5, βρίσκονται σε διαδικασία μετάβασης σε φυσικό αέριο, με την Πτολεμαΐδα 5 να σχεδιάζεται ως μονάδα ανοικτού κύκλου 350 MW, έτοιμη για χρήση υδρογόνου, και με προοπτική αναβάθμισης σε συνδυασμένου κύκλου 500 MW. Αυτή η μετάβαση σηματοδοτεί την προοδευτική απομάκρυνση από τον λιγνίτη και την ενεργειακή αναδιάρθρωση της Δυτικής Μακεδονίας.

Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα προχωρά σταδιακά προς ένα καθαρότερο, πιο αποδοτικό και ευέλικτο ενεργειακό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα της τροφοδοσίας για τις περιοχές που εξαρτώνται ακόμη από τον λιγνίτη για τη θέρμανσή τους.

Μονάδα / ΣταθμόςΙσχύς (MW)Κατάσταση λειτουργίαςΈτος παύσης λειτουργίας με λιγνίτηΤι συμβαίνει σήμερα / Παραγωγή
Πτολεμαΐδα 5~660 MWΠαλαιότερα λιγνιτική, τώρα τερματίζει λιγνίτη 20262026 (σταμάτησε λιγνίτη)Μετατρέπεται σε μονάδα φυσικού αερίου (OCGT πρώτα, μελλοντικά πιθανώς CCGT)* με στόχο λειτουργίας 2027+
Άγιος Δημήτριος 1-5~1 585 MW συνολικάΌλες έχουν σταδιακά κλείσει2025–Μάιος 2026 (τελευταίες δόθηκαν παρατάσεις)*Δεν λειτουργούν πλέον με λιγνίτη. Μερικές μονάδες συνέχισαν έως το 2026 για τηλεθέρμανση και επάρκεια λόγω καθυστερήσεων νέων μονάδων φυσικού αερίου.
Μελίτη (Florina)~289–330 MWΈχει σταματήσει παραγωγήΤελικό 2025 (παράταση μέχρι αρχές 2025/2026λόγω ανάγκης)Δεν παράγει πλέον; η λειτουργία της με λιγνίτη έχει λήξει για μόνιμη παραγωγή.
Μονάδα Μεγαλόπολη (4 & άλλες)~256–600 MWΚλειστέςΜέχρι το 2025Έχουν σταματήσει παραγωγή και αντικαθίστανται από έργα ΑΠΕ (μεγάλος φωτοβολταϊκός σταθμός σε ανάπτυξη).
Καρδιά 1–4~650 MW συνολικάΚλειστέςΜέχρι 2021Έχουν σταματήσει λειτουργία πολύ πριν την ολοκληρωμένη έξοδο από λιγνίτη.
Αμύνταιο 1–2~546 MWΚλειστέςΜέχρι 2020Δεν λειτουργούν πια με λιγνίτη.

*Φάση Α. Μετατροπή σε μονάδα φυσικού αερίου ανοικτού κύκλου (OCGT), Φάση B. Ολοκλήρωση της μετατροπής σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου (CCGT)

Μείωση της κατανάλωσης λιγνίτη στην Ελλάδα

Τα τελευταία χρόνια, η χρήση του λιγνίτη στην Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική πτωτική τάση. Τους πρώτους επτά μήνες του 2025, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη έφτασε μόλις τις 1.739 GWh, καλύπτοντας το 5,2% της συνολικής ζήτησης, το χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας. Συγκριτικά με την ίδια περίοδο του 2024, η παραγωγή μειώθηκε κατά 8%, ενώ η συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη (+0,8%).

Αυτή η μείωση αντικατοπτρίζει τη σταδιακή μετάβαση του ενεργειακού συστήματος της χώρας προς καθαρές πηγές ενέργειας. Οι ανανεώσιμες πηγές (αιολική, ηλιακή, υδροηλεκτρική και αυτοπαραγωγή) αντιπροσωπεύουν πλέον το 45,7% της ζήτησης για τους πρώτους επτά μήνες του 2025, ενώ το ορυκτό αέριο καλύπτει το 40%. Τα μεγάλα υδροηλεκτρικά εργοστάσια και το πετρέλαιο καλύπτουν μικρότερα ποσοστά (5,6% και 6,4% αντίστοιχα), με τον λιγνίτη να έχει πλέον το μικρότερο μερίδιο.

Η τάση αυτή υποδηλώνει ότι ο λιγνίτης χάνει σταδιακά τον ρόλο του ως βασική πηγή ηλεκτροπαραγωγής, καθώς το ελληνικό σύστημα στρέφεται σε καθαρές και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μειώνοντας παράλληλα τις εκπομπές CO₂ και ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.

ΈτοςΑΠΕ (αιολική–φωτοβολταϊκά–υδρο/βιομάζα)Φυσικό ΑέριοΛιγνίτηςΠετρέλαιο/άλλες
~1993~10%~10%~78%~2%
2011~14%~30–35%>50%~1%
2021~40%~41%~10%~9%
2022~41%~36.3%~10.9%~9.7%
2023~47.9%~32.9%~10.1%~9.1%
2024 (εκτίμηση)~48%~41%~4%~7%

Προβλήματα που επιτάσσουν την άμεση κατάργηση του λιγνίτη

Η θέρμανση των ωκεανών αποτελεί έναν ξεκάθαρο δείκτη της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής. Μελέτες δείχνουν ότι οι ωκεανοί έχουν απορροφήσει πάνω από το 90% της πλεονάζουσας θερμότητας του πλανήτη από το 1970, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη θαλάσσια ζωή όσο και τα καιρικά φαινόμενα στην ξηρά. Η υπερθέρμανση μειώνει το οξυγόνο στα νερά, αυξάνει την οξύτητα και αλλάζει τα θαλάσσια ρεύματα, προκαλώντας δυσμενείς επιπτώσεις σε οικοσυστήματα, αλιεία και παράκτιες κοινότητες.

Η αύξηση της θερμοκρασίας των ωκεανών συνδέεται με εντονότερα και καταστροφικότερα ακραία φαινόμενα, όπως οι τυφώνες και οι καταιγίδες, ενώ πλήττει και την αναπαραγωγή και την επιβίωση πολλών θαλάσσιων ειδών. Ακόμη και περιορισμένη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μπορεί να περιορίσει την περαιτέρω θέρμανση και να μειώσει τους κινδύνους για τα οικοσυστήματα και την ανθρώπινη ζωή.

Τα στοιχεία αυτά προσφέρουν ένα ακόμη ισχυρό επιχείρημα για την ταχεία απολιγνιτοποίηση και τη μετάβαση σε καθαρές πηγές ενέργειας, καθώς η καθυστέρηση στις απαραίτητες δράσεις αυξάνει τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η θέρμανση των ωκεανών αποδεικνύει ότι η κλιματική κρίση είναι ήδη εδώ και απαιτεί άμεσες και ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις.

Απολιγνιτοποίηση και το ευρωπαϊκό ενεργειακό πλαίσιο

Οι δυσκολίες που παρατηρούνται στην ελληνική περίπτωση δεν αποτελούν μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο αβεβαιότητας. Η ενεργειακή ασφάλεια, η ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας αναδεικνύονται σε βασικές προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων.

Οι στόχοι της ΕΕ για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, όπως αποτυπώνονται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, δοκιμάζονται στην πράξη. Το 2025 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς η ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή της ενεργειακής πολιτικής έγινε εμφανής, με το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας να αναθεωρεί την προσέγγιση για την επίτευξη του ενδιάμεσου στόχου του 2040, που αφορά τη δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει το λεγόμενο ενεργειακό τρίλημμα: ασφάλεια εφοδιασμού, προσιτό κόστος ενέργειας και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Σε συνθήκες αυξημένης αστάθειας, η ενεργειακή ασφάλεια τείνει να αποκτά προτεραιότητα, γεγονός που επηρεάζει τον ρυθμό και τον τρόπο υλοποίησης της ενεργειακής μετάβασης.

Η ανάγκη για προσαρμοστικότητα, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και επενδύσεις σε διαφοροποιημένα ενεργειακά μοντέλα καθίσταται πλέον επιτακτική. Η μετάβαση σε ένα πολυενεργειακό σύστημα, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές μορφές και τεχνολογίες ενέργειας, παρουσιάζεται ως βασικό εργαλείο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απολιγνιτοποίηση δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό στόχο, αλλά και ζήτημα στρατηγικής σημασίας για την οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια. Η επιτυχία της, ωστόσο, εξαρτάται από το κατά πόσο μπορεί να συνδυαστεί με ρεαλιστικές πολιτικές, επαρκή χρηματοδότηση και διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, στοιχεία που μέχρι στιγμής παραμένουν ζητούμενα.

Η απολιγνιτοποίηση σε αμφισβήτηση: αποφάσεις και αντιφάσεις

Παρά τις επίσημες δεσμεύσεις για σταδιακή κατάργηση του λιγνίτη, μια σειρά εξελίξεων τα τελευταία χρόνια ενισχύει την αίσθηση ότι η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα παραμένει περισσότερο εξαγγελία παρά εφαρμοσμένη πολιτική. Τον Φεβρουάριο του 2023, δύο γεγονότα ανέδειξαν με σαφήνεια τις αντιφάσεις του εγχειρήματος, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στην Κοζάνη, εγκαινιάστηκε η νέα λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα V ισχύος 660 MW, με κυβερνητικές δηλώσεις που άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο διατήρησής της σε λειτουργία και μετά το 2028, ως «στρατηγική εφεδρεία». Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες δεσμεύσεις για οριστική έξοδο από τον λιγνίτη, ενώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της οικονομικής βιωσιμότητας μιας μονάδας που είχε ήδη χαρακτηριστεί ασύμφορη λόγω του κόστους εκπομπών ρύπων.

Την ίδια περίοδο, παρατηρήθηκε η χορήγηση παρατάσεων και παρεκκλίσεων σε παλαιές λιγνιτικές μονάδες που κανονικά θα έπρεπε να έχουν αποσυρθεί, καθώς έχουν εξαντλήσει τα επιτρεπόμενα όρια λειτουργίας και εκπομπών. Ως αποτέλεσμα, αρκετές ρυπογόνες μονάδες εξακολουθούν να λειτουργούν, με παρατάσεις που μεταθέτουν το οριστικό κλείσιμό τους έως το 2025, ενώ στο σύστημα προστίθεται και νέα λιγνιτική ισχύς.

Παράλληλα, η δέσμευση για απολιγνιτοποίηση αξιοποιήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να κλείσει μακροχρόνια υπόθεση παραβίασης του δικαίου ανταγωνισμού σχετικά με τη δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ στον λιγνίτη. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις είχαν ήδη επισημάνει ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν οδηγεί σε απεξάρτηση από το καύσιμο, αλλά ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω τη λιγνιτική δραστηριότητα.

Ανησυχία προκαλούν και πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις, οι οποίες, αν και τυπικά δεν αναιρούν την απαγόρευση νέων λιγνιτικών αδειών, ανοίγουν περιθώρια για επεκτάσεις ισχύος και παρατάσεις λειτουργίας υφιστάμενων μονάδων. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία δείχνουν ότι η χρήση λιγνίτη παρουσίασε αύξηση το 2022, εξέλιξη που εντείνει τους προβληματισμούς για ενδεχόμενη επιστροφή στο κάρβουνο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με προειδοποίηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον τρόπο χωροθέτησης έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η Επιτροπή επεσήμανε σοβαρές ελλείψεις στον χωροταξικό σχεδιασμό, ιδίως ως προς την προστασία περιοχών Natura και της βιοποικιλότητας, προειδοποιώντας ακόμη και με παραπομπή στο Δικαστήριο της ΕΕ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα βασισμένο σε ανανεώσιμες πηγές δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά και ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Για μια χώρα με υψηλό ηλιακό και αιολικό δυναμικό, η απολιγνιτοποίηση προϋποθέτει συνεκτικό σχεδιασμό, θεσμική συνέπεια και σαφή πολιτική βούληση, στοιχεία που μέχρι στιγμής δείχνουν να παραμένουν ζητούμενα.

Διεθνής κινητικότητα στην απολιγνιτοποίηση

Σε διεθνές επίπεδο, η απολιγνιτοποίηση αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός τομέας επενδύσεων, όπως δείχνει η πρόσφατη εξαγορά της Global Infrastructure Partners (GIP) από τη BlackRock έναντι 12,5 δισ. δολαρίων. Η GIP διαχειρίζεται κεφάλαια αξίας 106 δισ. δολαρίων, με σημαντικές τοποθετήσεις σε κρίσιμες υποδομές, όπως αεροδρόμια, λιμάνια και δίκτυα ύδρευσης, αλλά και σε «πράσινα» έργα. Η συμφωνία ενισχύει τη θέση της BlackRock στον τομέα των μακροπρόθεσμων επενδύσεων που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση, την απολιγνιτοποίηση και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, υπογραμμίζοντας τη σημασία που δίνουν τα μεγάλα διεθνή funds στις καθαρές επενδύσεις, σε αντίθεση με την καθυστέρηση που παρατηρείται στην Ελλάδα.

Παράλληλα, η BlackRock, η μεγαλύτερη διαχειρίστρια περιουσιακών στοιχείων στον κόσμο με πάνω από 11 τρισ. δολάρια υπό διαχείριση, αποφάσισε να αποχωρήσει από την Πρωτοβουλία Net Zero Asset Managers, τη διεθνή συμμαχία που είχε ως στόχο την προώθηση επενδύσεων για το κλίμα. Η εταιρεία αιτιολογεί την αποχώρηση λέγοντας ότι η συμμετοχή σε τέτοιες πρωτοβουλίες δημιούργησε παρανοήσεις σχετικά με τις πρακτικές της και οδήγησε σε νομικές έρευνες. Ωστόσο, δηλώνει ότι οι ενεργοί διαχειριστές χαρτοφυλακίου συνεχίζουν να αξιολογούν τους κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και να αναπτύσσουν προϊόντα και λύσεις με γνώμονα την αειφορία.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της ένταξης κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων στη διαχείριση κεφαλαίων, προτρέποντας επανειλημμένα τις επιχειρήσεις να δίνουν προσοχή στην κλιματική αλλαγή. Παράλληλα, όμως, δέχτηκε έντονες πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ και απέσυρε την ετικέτα ESG, θεωρώντας ότι είχε γίνει υπερβολικά πολιτικοποιημένη. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μεγάλοι επενδυτές στη σύνδεση περιβαλλοντικών στόχων με οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, ενώ θέτει ένα ακόμη σύννεφο αβεβαιότητας για την πορεία των «πράσινων» επενδύσεων διεθνώς.

Η BlackRock ανακοίνωσε πρόσφατα σχέδια για δεκαπλασιασμό των «πράσινων» επενδύσεων της έως το 2030, από 90 δισ. σε περίπου 1 τρισ. δολάρια, ενισχύοντας τη δέσμευσή της σε έργα που στηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση και την απολιγνιτοποίηση. Παράλληλα, η εταιρεία έχει δεσμευτεί να εκποιεί επενδύσεις σε επιχειρήσεις που αντλούν πάνω από το ένα τέταρτο των εσόδων τους από καύση άνθρακα, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα συνδέεται όλο και περισσότερο με καθαρές μορφές ενέργειας και βιώσιμη οικονομική στρατηγική.

Η BlackRock σκοπεύει επίσης να ενσωματώνει τα ESG κριτήρια (περιβάλλον, κοινωνία, διακυβέρνηση) με την ίδια αυστηρότητα που αξιολογεί παραδοσιακούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συστηματικής αξιολόγησης των επενδύσεων σε σχέση με την κλιματική αλλαγή. Η διαφοροποίηση αυτή σε σχέση με άλλες μεγάλες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων, όπως η Vanguard, αναδεικνύει την αυξανόμενη πίεση στους διεθνείς επενδυτές να ευθυγραμμιστούν με την πράσινη μετάβαση και να στηρίξουν στρατηγικές που προωθούν την απολιγνιτοποίηση.

ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΟΕ

Happy
Happy
0 %
Sad
Sad
0 %
Excited
Excited
0 %
Sleepy
Sleepy
0 %
Angry
Angry
0 %
Surprise
Surprise
0 %
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply